Το παρόν άρθρο διερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες καλείται να λειτουργήσει ένα ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τον συσχετισμότων σπουδών με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, αλλά και τα νέα εργαλεία που δημιουργήθηκαν για να εξυπηρετήσουν τους φοιτητές και να αμβλύνουν τις ανισότητες που δυσχεραίνουν την πρόσβασητους στην εκπαίδευση.
Από την Μαρία-Ευαγγελία Αρεβύθη
Σε μια εποχή αλλεπάλληλων οικονομικών κρίσεων, υψηλού πληθωρισμού, ραγδαίων κοινωνικών και τεχνολογικών αλλαγών, ένα από τα θέματα που βρίσκονται σταθερά στο επίκεντρο τόσο της πολιτικής κονίστρας όσο και των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών , είναι το ζήτημα της εκπαίδευσης .Η ερώτηση που τίθεται είναι κατά πόσο τα τρέχοντα εκπαιδευτικά μοντέλα εξελίσσονται παράλληλα με τη νέα γενιά φοιτητών ή είναι εγκλωβισμένα σε παρωχημένες δομές που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των νέων. Σε υπερεθνικό επίπεδο η εκπαίδευση καλείται να αποδείξει ότι δεν αποτελεί απλώς μια “τυπική διαδρομή” προς την πρόσκτηση ενός πτυχίου, αλλά εφαλτήριο προς την επαγγελματική αποκατάσταση και τη βιώσιμη ένταξη στην αγορά εργασίας—με δεξιότητες που μεταφράζονται εμπράκτως σε απασχολησιμότητα και προοπτικές ανέλιξης στον εργασιακό χώρο.
Από το αμφιθέατρο στον εργασιακό στίβο : Το έλλειμμα της αντιστοίχισης
Τα πανεπιστημιακά ιδρύματα βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπα με μια κρίσιμη δοκιμασία: Να αποδείξουν ότι η γνώση που μεταδίδουν δεν εξαντλείται στις αίθουσες διδασκαλίας, αλλά μετατρέπεται σε δεξιότητες που έχουν αντίκρισμα στην πραγματική οικονομία. Ωστόσο, η εικόνα που διαμορφώνεται ολοένα συχνότερα—μέσα από την εμπειρία των αποφοίτωνκαι τις ανάγκες των επιχειρήσεων—είναι ότι η εκπαίδευση δεν συμβαδίζει με το ρυθμό της αγοράς εργασίας. Οι εργοδότες αναζητούν συνδυασμό τεχνικής επάρκειας, ψηφιακής ευχέρειας, κριτικής σκέψης και ικανότητας επίλυσηςπροβλημάτων, ενώ τα προγράμματα σπουδών συχνά παραμένουν προσανατολισμένα στη θεωρητική κατάρτιση και στην απομνημόνευση, χωρίς επαρκείς μηχανισμούς έγκαιρης προσαρμογής.
Απόρροια της αναντιστοιχίας μεταξύ σπουδών και απαιτήσεων στην αγορά εργασίας είναι οι δείκτες που εξακολουθούννα υπογραμμίζουν την ύπαρξη χάσματος ανάμεσα στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη. Το 2024, το ποσοστό απασχόλησης των «πρόσφατων αποφοίτων» (20–34 ετών, εκτός εκπαίδευσης/κατάρτισης) στην Ελλάδα ήταν73,2%, αισθητά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ (82,3%) (Eurostat, 2025). Συνάγεται από τα δεδομένα ότι πρόκειται για μία χρόνια παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας, η οποία αν και συνήθως αντιμετωπίζεται με προσεγγίσειςόπως “ Να γίνουν πιο πρακτικά τα ΑΕΙ” κρίνονται αναγκαίες πιο μεθοδευμένες πρακτικές επίλυσης. Το πόρισμα της έρευνας που διεξήγαγε το Ελληνο- Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο τον Νοέμβριο του 2024 είναι ότι υπάρχει σοβαρή έλλειψη γνώσεων στους τομείς της καινοτομίας- ανάπτυξης- νέας τεχνολογίας από πλευράς εργαζομένων (American–Hellenic Chamber of Commerce, 2024).
Όταν η αγορά αναζητά κριτική ανάλυση, επίλυση σύνθετων προβλημάτων και τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων, η απάντηση δεν είναι μόνο περισσότερα “εργαστήρια”, αλλά διδασκαλία που απαιτεί ενεργή εφαρμογή της γνώσης (π.χ. προσομοιώσεις, εφαρμοσμένα παραδείγματα, ομαδικά projects με αξιολόγηση επιχειρημάτων και δεδομένων). Ταυτόχρονα, η δημιουργία ισχυρών μηχανισμών ανάδρασης όπως ιχνηλάτηση αποφοίτων, συστηματική αποτύπωση δεξιοτήτων ανά κλάδο, προσαρμογές στα προγράμματα σπουδών με βάση τεκμηριωμένα δεδομένα , ενημέρωση τηςβάσης του ΕΟΠΠΕΠ με όλα τα επαγγελματικά προσόντα αλλά και του αντίστοιχου μητρώου ESCO της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα βοηθήσουν τους νέους στην ταχύτερη και πιο ομαλή ένταξη τους στον τομέα απασχόλησης τους (European Commission, 2025).
Οι ανισότητες στην ανώτατη εκπαίδευση έχουν πολλαπλές όψεις. Είναι κοινωνικοοικονομικές (κόστος στέγασης, μετακινήσεις, ανάγκη εργασίας παράλληλα με τις σπουδές), γεωγραφικές (διαφορετικές ευκαιρίες μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, άνιση πρόσβαση σε δομές και δίκτυα), ψηφιακές (εξοπλισμός, σύνδεση, ψηφιακές δεξιότητες πουκαθορίζουν τη συμμετοχή στην εξ αποστάσεως μάθηση), αλλά και θεσμικές (διαφορές πόρων και υποδομών ανά ίδρυμα, άνιση πρόσβαση σε έρευνα, καινοτομία και υποστήριξη φοιτητών).
Σε αυτό το πλαίσιο, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση μπορεί να λειτουργήσει διττά: Από τη μια πλευρά, περιορίζει ορισμένα εμπόδια (μετακινήσεις, γεωγραφικοί περιορισμοί, δυνατότητα ευελιξίας για εργαζόμενους φοιτητές). Από την άλλη, αν δεν συνοδεύεται από πολιτικές στήριξης, μπορεί να εντείνει το ψηφιακό χάσμα, μετατρέποντας την πρόσβαση στην τεχνολογία σε «προϋπόθεση συμμετοχής» και όχι σε ουδέτερο εργαλείο. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ψηφιακή εκπαίδευση πρέπει να είναι ποιοτική, προσβάσιμη και συμπεριληπτική, ακριβώς επειδή η άνιση πρόσβαση σε ψηφιακά μέσα και δεξιότητες δημιουργεί νέες μορφές αποκλεισμού (European Commission, 2025).
Η τεχνητή νοημοσύνη συνιστά, για τα πανεπιστήμια, ίσως το πιο ρηξικέλευθο εργαλείο της εποχής: Η διεθνής βιβλιογραφία και η πρακτική αναγνωρίζει πως η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί εργαλείο αιχμής για την ανώτατηεκπαίδευση και συμβάλλει στην αποδοτικότερη και αποτελεσματικότερη εκτέλεση όχι μόνο των ακαδημαϊκών λειτουργιών αλλά και της συνολικής διοικητικής λειτουργίας των ιδρυμάτων.
Ειδικότερα, ορισμένα εξ αυτών έχουν προχωρήσει ήδη στον σχεδιασμό εξειδικευμένων προγραμμάτων σπουδών στην τεχνητή νοημοσύνη και έχουν εντάξει σχετικά μαθήματα σε υφιστάμενα προγράμματα σπουδών διαφόρων επιστημονικών πεδίων (π.χ. διοίκηση επιχειρήσεων, νομική, ανθρωπιστικές επιστήμες) φιλοδοξώντας να καταστήσουν τους φοιτητές τους ικανούς να αντιλαμβάνονται και να επιλύουν προβλήματα σε περιβάλλοντα τεχνητής νοημοσύνης, να διαχειρίζονται εφαρμογές (π.χ. στη Διοίκηση Ανθρώπινων Πόρων, στο Μάρκετινγκ, τα Χρηματοοικονομικά), να ενισχύουν τη δημιουργικότητά τους και να αντιλαμβάνονται τους ηθικούς κινδύνους από τη χρήση της. Προϋπόθεση, βέβαια, για όλα αυτά είναι η δέσμευση των ιδρυματικών διοικήσεων για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, η ανάπτυξη ανάλογης κουλτούρας στο προσωπικό και η εκπαίδευσή του.
Παράλληλα, η Τεχνητή Νοημοσύνη ανοίγει ένα νέο μέτωπο ανισοτήτων: Ανισότητες αξιολόγησης και ακαδημαϊκήςακεραιότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι, σε διεθνείς συζητήσεις για την ανώτατη εκπαίδευση στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως στη Digital Learning Week στο Παρίσι, καθώς και σε ειδικές διαβουλεύσεις για την ανώτατη εκπαίδευση, τέθηκε ρητά το ερώτημα «what is worth assessing in the age of AI» (δηλαδή ««Τι αξίζει να αξιολογείται στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης») και δόθηκε έμφαση στην καλλιέργεια δεξιοτήτων όπως δημιουργικότητα, κριτική σκέψη και ηθική κρίση, αντί για απλή παραγωγή κειμένου. Αν η αξιολόγηση δεν ανασχεδιαστεί, τότε δημιουργείται μία δομική αδικία: Οι φοιτητές με περισσότερους πόρους (τεχνολογικούς, καθοδήγηση, πρόσβαση σε «καλύτερα» εργαλεία) αποκτούν πλεονέκτημα, ενώ όσοι υστερούν ψηφιακά ή κοινωνικά κινδυνεύουν να τιμωρηθούν δυσανάλογα.
Από τα πιο φλέγοντα θέματα της επικαιρότητας είναι η προώθηση της νομοθεσίας για την ίδρυση μη κρατικώνπανεπιστημιακών ιδρυμάτων καθώς και οι διαγραφές φοιτητών. Ως προς τα χαρακτηριστικά λειτουργίας των ιδιωτικώνιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης φαίνεται πως απολαμβάνουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία και αυτονομία σε σχέση με τα δημόσια ιδρύματα, αλλά υπόκεινται σε ορισμένους εξωτερικούς ελέγχους από δημόσιους φορείς (π.χ. έλεγχος ακαδημαϊκών κριτηρίων και κριτηρίων βιωσιμότητας, πιστοποίηση ποιότητας κ.λπ.).
Το ζήτημα αυτό όμως δεν θα έπρεπε να αξιολογείται ως μία ουδέτερη “τεχνική ρύθμιση” αλλά ως μία απόπειρα αναδιάταξης του τρόπου κατανομής των ευκαιριών. Η ενίσχυση ενός μη κρατικού πυλώνα, ο οποίος κατά κανόνα συνδέεται με δίδακτρα και διαφορετικό μοντέλο χρηματοδότησης, τείνει να δημιουργεί προϋποθέσεις διαφοροποίησης μεταξύ φοιτητών με βάση οικονομικούς πόρους, δικτυώσεις και δυνατότητα κάλυψης του κόστους σπουδών και διαβίωσης. Παράλληλα, οι διαγραφές—ιδίως όταν εφαρμόζονται με οριζόντιους κανόνες— δύνανται να επιβαρύνουν δυσανάλογα όσους φοιτούν υπό συνθήκες μειωμένης διαθεσιμότητας χρόνου και πόρων (εργαζόμενοι, άτομα με οικογενειακές ή φροντιστικές υποχρεώσεις), με αποτέλεσμα να διευρύνονται οι υφιστάμενες ανισότητες στη διαδρομή φοίτησης.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο πυρήνας της συζήτησης δεν είναι μόνο η «αποτελεσματικότητα» ή η «επιτάχυνση» των σπουδών, αλλά η διατήρηση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης ως καθολικής εγγύησης ίσων ευκαιριών—μιας αρχής που ιστορικά έχει συνδεθεί με τη συνταγματική επιλογή της χώρας να θεμελιώνει την πανεπιστημιακή εκπαίδευση πρωτίστως ως δημόσιο αγαθό. ( Άρθρο 16 του Συντάγματος). Τα δημόσια ΑΕΙ επομένως πρέπει να σταθούν ανταγωνιστικά απέναντι στις νέες προκλήσεις χωρίς να χάσουν τον κοινωνικό τους ρόλο και να αναδιαμορφωθούν στρατηγικά: Σύγχρονες υπηρεσίες φοιτητικής μέριμνας, πραγματική ακαδημαϊκή υποστήριξη για όσους κινδυνεύουν να εγκαταλείψουν, ευελιξία για εργαζόμενους, ισχυρή διεθνοποίηση χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς, και επένδυση σε ψηφιακές υποδομές/AI ως εργαλείο ποιότητας (όχι ως προνόμιο).
Συμπέρασμα
Μπορούν τελικά τα Πανεπιστήμια να ανταποκριθούν στις ανάγκες της νέας γενιάς για να σταθεί σε μια αγορά εργασίαςπιο ρευστή, πιο διεθνοποιημένη και πιο απαιτητική από ποτέ; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με μονοσήμαντους όρους. Η αγορά εργασίας ζητά δεξιότητες που εξελίσσονται και πιστοποιούνται διαρκώς· η ψηφιακή και δια βίου μάθηση απαιτούν υποδομές και σύγχρονες μεθόδους· η τεχνητή νοημοσύνη αναβαθμίζει την εκπαιδευτική διαδικασία αλλά μετασχηματίζει και την ίδια τη λογική της αξιολόγησης.
Αν όμως οι αλλαγές αυτές δεν σχεδιαστούν με γνώμονα την ισότητα κινδυνεύουν να διευρυνθούν και οι υπάρχουσεςρωγμές ανάμεσα σε ιδρύματα με άνισους πόρους, ανάμεσα σε φοιτητές με διαφορετικές αφετηρίες, ανάμεσα σε εκείνους που αντέχουν οικονομικά και χρονικά και σε εκείνους που αποκλείονται σιωπηρά. Το διακύβευμα λοιπόν, δεν είναι αν τα πανεπιστήμια «εκσυγχρονίζονται», αλλά αν μετασχηματίζονται με τρόπο που να ενδυναμώνει τη νέα γενιά στην πράξη.
Βιβλιογραφία
- American–Hellenic Chamber of Commerce (2024) Έρευνα του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου για τις Ανάγκες των Εργοδοτών σε Δεξιότητες.
- European Commission (2025) Digital Education Action Plan 2021–2027.
- European Commission (2025) European Skills, Competences, Qualifications and Occupations (ESCO): Overview / Skills & competences.
- Eurostat (2025) Employment rates of recent graduates – Statistics Explained (data extracted July 2025).
- OECD (2024) Education at a Glance
- UNESCO (2025) What’s worth measuring? The future of assessment in the AI
- ΕΘΑΑΕ (2024) Ετήσια έκθεση για την ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης 2023, Αθήνα: Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης.
- Παγκάρτανης, Α. (2025) ‘Πανεπιστήμια: Αλλάζει ο τρόπος αξιολόγησης των σπουδαστών μετά τημαζική χρήση ΑΙ στις εργασίες’, Newmoney, 28 Δεκεμβρίου.


1 Comment
Andrea88
https://shorturl.fm/UL9DL