Από την Αναστασία Διαμαντάκου
Η κοινωνική πραγματικότητα δεν αποτυπώνεται μόνο σε αριθμούς και θεσμικά κείμενα, αλλά εγγράφεται με τον πιο σκληρό τρόπο, στα σώματα και στις ζωές των ανθρώπων. Η έμφυλη βία και η γυναικοκτονία δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά αλλά ψηφίδες μιας κανονικότητας που αναπαράγεται και επωάζεται στις κοινωνικές δομές και σχέσεις. Παρά τα σημαντικά νομοθετικά βήματα που έχουν γίνει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια , η πραγματικότητα δείχνει ότι η βία κατά των γυναικών παραμένει ένα οξύ και επίμονο κοινωνικό φαινόμενο που απαιτεί συντονισμένες προσπάθειες για να ανατραπεί.
ΈΜΦΥΛΗ ΒΙΑ:
Η έμφυλη βία, σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 1385/2024 (European Union, 2024), είναι η βία που κατευθύνεται σε κάποιο άτομο εξαιτίας του φύλου του ή η βία που θίγει δυσανάλογα άτομα συγκεκριμένου φύλου. Πρόκειται για μία σύνθετη και πολυδιάστατη μορφή βίας, η οποία περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών και πρακτικών. Μπορεί να εκδηλωθεί ως ενδοοικογενειακή, σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική ή οικονομική βία.Αξίζει να διευκρινιστεί ότι στα θύματα της έμφυλης βίας εντάσσονται όλοι οι αποδέκτες βίας λόγω της ταυτότητας του φύλου, προσδιορισμός που δεν εξαντλείται στα όρια τουβιολογικού φύλου αλλά περιλαμβάνει και όλες τις έμφυλες υποκειμενικότητες (αρρενωπότητες και θηλυκότητες) του κοινωνικού φύλου που δεν εντάσσονται στο δίπολο άνδρας – γυναίκα.
ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ:
Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί μία από τις συχνότερες, αλλά και πιο αθέατες εκφάνσεις της έμφυλης βίας, ακριβώς επειδή εκδηλώνεται μέσα στο οικιακό ή συντροφικό περιβάλλον, δηλαδή σε έναν χώρο που, κατ’ αρχήν, θα έπρεπε να θεμελιώνεται στην ασφάλεια, την εμπιστοσύνη και την προστασία. Πρόκειται για ένα φαινόμενο διαχρονικό και διαπολιτισμικό, με βαθιές κοινωνικές, ιστορικές και πατριαρχικές ρίζες, το οποίο δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά σωματικής κακοποίησης, αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύτερο πλέγμα ελέγχου, εξουσίας και καταπίεσης.
Η ενδοοικογενειακή κακοποίηση συνιστά την πρώτη αιτία αναπηρίας και θανάτου για τις Ευρωπαίες γυναίκες ηλικίας 16 έως 44 ετών, ξεπερνώντας ακόμη και τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα και τον καρκίνο, ενδεικτικό της επικινδυνότητας της κατάστασης. Τα ποσοστά είναι ανησυχητικά, καθότι υπολογίζεται διεθνώς, πως το 27% των γυναικών έχουν υποστεί βία από τον σύντροφό τους, ενώ 13% των γυναικών έχουν υποστείενδοοικογενειακή βία.(World Health Organization, n.d.)
Στην ενδοοικογενειακή βία δεν υφίσταται ένα ενιαίο, στερεοτυπικό «προφίλ» ούτε του θύματος ούτε του θύτη· η επιστημονική προσέγγιση προκρίνει, αντί γενικεύσεων, την ανάλυση επαναλαμβανόμενων μοτίβων κινδύνου, ελέγχου καιεξάρτησης. Το θύμα συχνά βρίσκεται σε θέση συναισθηματικής, οικονομικής ή κοινωνικής ευαλωτότητας, εμφανίζει σταδιακή αποδυνάμωση της αυτοεκτίμησης, αίσθημα φόβου, ενοχής ή ντροπής και δυσκολία αποδέσμευσης, ιδίως όταν η κακοποίηση εναλλάσσεται με περιόδους μεταμέλειας, συμφιλίωσης και πρόσκαιρης ηρεμίας. Ο θύτης, αντίστοιχα, δεν ορίζεται από ένα μοναδικό ψυχολογικό τύπο, αλλάσυχνά παρουσιάζει ανάγκη επιβολής, κτητικότητα, ζηλοτυπία, ελεγκτική συμπεριφορά, μετατόπιση ευθύνης και συστηματική χρήση εξουσίας μέσα στη σχέση. Έτσι συγκροτείται ο λεγόμενος κύκλος της βίας (Walker, 1989) : ένταση, βίαιο επεισόδιο, μεταμέλεια ή «επανόρθωση», και προσωρινή ηρεμία, η οποία δεν αναιρεί τη βία αλλά, αντιθέτως, την καθιστά πιο δύσκολα αναγνωρίσιμη και συχνά πιο βαθιά ριζωμένη.
Νομοθετικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας συναντώνται σε πολλές έννομες τάξεις, ωστόσο ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Γαλλίας, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στην τιμώρηση του δράστη, αλλά και στην άμεση απομάκρυνσή του από τον κοινό χώρο διαβίωσης. Ειδικότερα, μέσω της “ordonnance de protection”, το γαλλικό δίκαιο παρέχει στον δικαστή τη δυνατότητα να διατάξει την αποπομπή του βίαιου συντρόφου ή συζύγου από την οικογενειακή κατοικία, ακόμη και κατά την περίοδο της χειμερινής αναστολής εξώσεων, αναγνωρίζοντας ότι η πραγματική προστασία του θύματος προϋποθέτει, πρωτίστως, την απομάκρυνση του φορέα της απειλής και όχι την έμμεση μετακύλιση του βάρους στο ίδιο το θύμα. Η επιλογή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι μετατοπίζει το κέντρο βάρους της κρατικής παρέμβασης: αντί να εξωθείται το θύμα σε φυγή, σε προσωρινή φιλοξενία ή σε περαιτέρω αποσταθεροποίηση της ζωής του, απομακρύνεται ο θύτης, ώστε να διασφαλιστούν αμέσως η σωματική ακεραιότητα, η ψυχική ασφάλεια και η συνέχεια της καθημερινότητας του προστατευόμενου προσώπου και, όπου υπάρχουν, των παιδιών. Με τον τρόπο αυτό, η γαλλική προσέγγιση αναδεικνύει ένα πιο ουσιαστικό και victim-centered μοντέλο αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας.
Στην ελληνική έννομη τάξη βασικό νομοθέτημα είναι ο Ν. 3500/2006 όπου έχουν συμπεριληφθεί οι επαχθέστερες και σοβαρότερες µορφές βίας, χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη για την ψυχολογική και οικονομική βία. Στο γάμο και την ελεύθερη ένωση τα όρια μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συζύγων/συντρόφων εμφανίζονταν δυσδιάκριτα. Για το λόγο αυτό η έννοια του συζυγικού βιασμού μέχρι και πριν από μερικά χρόνια ήταν ανύπαρκτη, αφού η σεξουαλική ικανοποίηση του άντρα της θεωρούνταν ηθικό και νομικό καθήκον της συζύγου βάσει του «συμβολαίου» του γάμου. Στην Ελλάδα ο συζυγικός βιασμός κατέστη αδίκημα με τον Ν. 3500/2006, καταρρίπτοντας την άποψη ότι η σύναψη και διατήρηση στενών διαπροσωπικών σχέσεων συνεπάγεται και αυτόματη συναίνεση για κάθε μελλοντική σεξουαλική συνεύρεση. Το τι αποτελεί συναίνεση, όμως, δεν προβλέπεται στο ελληνικόΠοινικό Δίκαιο, κενό το οποίο θα πρέπει να ρυθμιστεί για να αποφευχθούν εγκλήματα σαν την υπόθεση Μαζάν στην Γαλλία. Η συγκεκριμένη υπόθεση με θύμα τη Gisèle Pelicot, ανέδειξε με τον πιο σοκαριστικό τρόπο το ζήτημα της συναίνεσης στον πυρήνατων σεξουαλικών εγκλημάτων: Ο σύζυγός της την νάρκωνε συστηματικά επί σειρά ετών και καλούσε άλλους άνδρες να τη βιάζουν ενώ ήταν αναίσθητη, με πολλούς από τους κατηγορουμένους να επιχειρούν να επικαλεστούν ότι θεωρούσαν πως επρόκειτο για «συναινετικό παιχνίδι» του ζευγαριού. Η υπόθεση αυτή πυροδότησε έντονη δημόσιακαι νομική συζήτηση στη Γαλλία, ακριβώς επειδή το τότε ισχύον γαλλικό δίκαιο δεν περιλάμβανε ρητά τη συναίνεση στον ορισμό του βιασμού, αλλά εστίαζε σε στοιχεία όπως η βία, η απειλή, ο εξαναγκασμός ή ο αιφνιδιασμός. Για την ελληνική έννομη τάξη, η συζήτηση δεν εντοπίζεται πλέον στην πλήρη απουσία της συναίνεσης από τον νόμο, αφού το άρθρο 336 ΠΚ έχει ήδη στραφεί προς ένα consent- based πρότυπο, αλλά στην ανάγκη ουσιαστικότερης αποσαφήνισης του περιεχομένου της. Η εν λόγω υπόθεση ανέδειξε εύστοχα ότι η συναίνεση πρέπει να είναι προηγούμενη, ελεύθερη, συγκεκριμένη, ενημερωμένη και ανακλητή, χωρίς να μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή ή την αδυναμία αντίδρασης του προσώπου. Αυτή ακριβώς η κατεύθυνση φωτίζει και για την Ελλάδα την ανάγκη μιας πιο σαφούς και προστατευτικής κατανόησης της σεξουαλικής αυτονομίας.
Οι ανωτέρω μορφές βίας, παρόλο που συνιστούν ποινικά κολάσιμες πράξεις, δεν καταγγέλλονται επιβεβαιώνοντας τον χαρακτηρισμό τους από το Συμβούλιο της Ευρώπης ως «σκοτεινής πανδημίας» (Council of Europe, n.d.) . Σχετικά με την αντιμετώπισης του προβλήματος , το 2024 ξεκίνησε πιλοτικά, το Panic Button, μέσω εφαρμογής στο κινητό. Πρόκειται για μία ψηφιακή υπηρεσία για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών. Με διακριτικό και αθόρυβο τρόπο μπορεί μία γυναίκα να ειδοποιήσει από το κινητό της τηλέφωνο. Αποτελεί μέρμινα της Ελληνικής Πολιτείας σε συνεργασία με την Αστυνομία και είναι υπό την εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας(Λίβος, 2008: 177). Είναι αρκετά σημαντικό καθώς: Από τονΜάρτιο μέχρι και τον Νοέμβριο του 2023, περισσότερες από 800 γυναίκες έχουν εγκαταστήσει την εφαρμογή στο κινητό τους και το κουμπί πανικού ενεργοποιήθηκε 143 φορές. Πλέον επεκτείνεται σε όλη την επικράτεια, και σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3500/2006 (Α’ 232), δικαιούχοι εγγραφής στην εφαρμογή Panic Button και εγκατάστασής της στα κινητά τους τηλέφωνα, είναι όλα τα ενήλικα θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Άξιο αναφοράς είναι ότι από 15 Δεκεμβρίου 2023 στο Google play και στο Apple Store υπάρχει η ελληνική εκδοχή της εφαρμογής Bright Sky#, που εστιάζει ειδικά σε θύματα ενδοοικογενειακής βίας και κακοποίησης γυναικών, έτσι ώστενα υπάρχει η απαραίτητη πληροφόρηση για το πώς μια γυναίκα μπορεί να το αντιμετωπίσει, αλλά κυρίως, να αντιληφθεί έγκαιρα ότι είναι θύμα ψυχολογικής ή και σωματικής βίας.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΑ:
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναγνώριση των λιγότερο ορατών μορφών έμφυλης βίας, ιδίωςτης ψυχολογικής και της οικονομικής, οι οποίες επιφέρουν βαθιά αποδυνάμωση των γυναικών και εμφανίζονται συχνά στο πλαίσιο της οικογένειας ή της συντροφικής σχέσης. Η ψυχολογική βία, ακριβώς επειδή δεν αφήνει εμφανή σωματικά ίχνη, καθιστάδυσχερή τόσο την απόδειξη όσο και τη νομική αξιολόγηση του ψυχικού πόνου. Η νομολογία τείνει να την αναγνωρίζει κυρίως όταν συνοδεύεται από διαπιστώσιμες ψυχικές διαταραχές, με αποτέλεσμα να μένουν συχνά ακάλυπτες περιπτώσεις σοβαρού ψυχικού κλονισμού που δεν φτάνουν στο επίπεδο κλινικής παθολογίας. Αντίστοιχα, η οικονομική βία (Adams et al., 2012: 415), αν και περιλαμβάνεται στη Σύμβαση τηςΚωνσταντινούπολης και στην Οδηγία 1385/2024, εξακολουθεί να στερείται σαφούς νομοθετικού ορισμού. Πρόκειται για μορφή ελέγχου που εκδηλώνεται μέσω περιορισμού της πρόσβασης σε οικονομικούς πόρους, αποκλεισμού από την εργασία ή την εκπαίδευση, ελέγχου της διαχείρισης χρημάτων ή μη εκπλήρωσης οικονομικών υποχρεώσεων, όπως η διατροφή. Μάλιστα, δεν αφορά μόνο οικονομικά ασθενέστερες γυναίκες, αλλά και πρόσωπα με οικονομική επιφάνεια, όταν αποκλείονται από τη λήψηαποφάσεων ή τον έλεγχο της περιουσίας τους (Postmus et al., 2016: 695). Για τον λόγο αυτό, η απλή αναφορά της οικονομικής βίας στο ισχύον κανονιστικό πλαίσιο δεν αρκεί· απαιτείται σαφής νομοθετική κατοχύρωση, ευρύς ορισμός που να καλύπτει τις επιμέρους εκφάνσεις της και ουσιαστική ποινική και θεσμική αντιμετώπιση, καθώς συνδέεται άμεσα με την εξάρτηση, τον εγκλωβισμό και την ψυχική υποδούλωση των θυμάτων σε κακοποιητικές σχέσεις.
ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΒΙΑ:
Η σεξουαλική βία συνιστά μία από τις πιο βάναυσες εκφάνσεις της έμφυλης βίας, καθώς περιλαμβάνει κάθε ανεπιθύμητη σεξουαλική συμπεριφορά που επιβάλλεται χωρίςσυναίνεση και κατά παράβαση της γενετήσιας ελευθερίας του προσώπου. Δεν περιορίζεται μόνο στον βιασμό ή στην απόπειρά του, αλλά εκτείνεται σε ένα ευρύτερο φάσμα μη συναινετικών πράξεων σεξουαλικού χαρακτήρα, από την εξαναγκαστικήσωματική επαφή έως πράξεις που προσβάλλουν την αξιοπρέπεια και την αυτονομία του θύματος. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι γυναίκες και τα κορίτσια εξακολουθούν να αποτελούν τα κύρια θύματα, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η σεξουαλική βία δεν αποτελεί μεμονωμένη παρεκτροπή, αλλά διαρθρωμένο κοινωνικό φαινόμενο με σαφή έμφυλη διάσταση.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η μετάλλαξη της σεξουαλικής βίας στο ψηφιακό περιβάλλον, ιδίως μέσω της μη συναινετικής διάδοσης προσωπικού ή γενετήσιου υλικού. Αν και η ελληνική έννομη τάξη ορθώς έχει ποινικοποιήσει τη σχετική συμπεριφορά στο άρθρο 346 ΠΚ, ο όρος «εκδικητική πορνογραφία» είναι αδόκιμος και παραπλανητικός(European Parliament, 2023). Είναι προβληματικός, αφενός, επειδή δενανταποκρίνεται πάντοτε στο πραγματικό κίνητρο του δράστη, το οποίο δεν είναι αναγκαία η εκδίκηση, και, αφετέρου,επειδή ο όρος «πορνογραφία» παραπέμπει σε υλικό που παράγεται με σκοπό τη διάδοση ήτο κέρδος, κάτι που απέχει ουσιωδώς από την πραγματικότητα των θυμάτων. Για τον λόγο αυτό, ορθότερη και περισσότερο προστατευτική εμφανίζεται η υιοθέτηση του όρου «μη συναινετική κοινοχρησία υλικού προσωπικής φύσης ή παραποιημένου υλικού», όπως αποτυπώνεται και στην Οδηγία 1385/2024, καθώς η ορολογία δεν είναι ουδέτερη: καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο η έννομη τάξη αντιλαμβάνεται, ονοματίζει και τελικά αντιμετωπίζει τη βλάβη που υφίστανται τα θύματα.
ΓΥΝΑΚΟΚΤΟΝΙΑ:
Η γυναικοκτονία αποτελεί ένα ζήτημα, το οποίο δεσπόζει στο δημόσιο διάλογο, κυρίως μέσω της μιντιακής προβολής του. Δεν αποτελεί έναν όρο που στερείται νοήματος αλλά επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: Πόσο ασφαλής είναι τελικά η θέση τηςγυναίκας μέσα στην οικογένεια, στη σχέση, στο εργασιακό περιβάλλον, στην ίδια τηνκοινωνία; Γι’ αυτό και η συζήτηση γύρω από τη γυναικοκτονία δεν αφορά μόνο την ποινική αποτίμηση ορισμένων ακραίων περιστατικών, αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται την ισότητα, την ελευθερία και τα όρια της θεσμικής προστασίας απέναντι στην έμφυλη βία (Μαροπούλου, 2020: 1).
Ο όρος γυναικοκτονία, που επωάστηκε στους κόλπους της ριζοσπαστικής-φεμινιστικής εγκληματολογίας μετράει ήδη μισό αιώνα διαδρομής στη κοινωνιολογική και νομική θεωρία. Ετυμολογικά, προέρχεται από το αγγλικό femicide — σύνθεση των λέξεωνfemale και homicide — και χρησιμοποιήθηκε συστηματικά από τη φεμινίστρια κοινωνιολόγο Diana Russell, η οποία ήδη από το 1976 (Russell, 1977: 3) ανέδειξε την ανάγκη να κατονομαστεί ειδικά η θανάτωση γυναικών ακριβώς επειδή είναι γυναίκες,επειδή παραβίασαν κοινωνικά επιβεβλημένους κανόνες και συμπεριφορές που αναλογούν στο φύλο τους: Επειδή υπήρξαν άστοργες μητέρες, άπιστες σύζυγοι , ανυπάκουες κόρες, σεξεργάτριες που τόλμησαν να πουν όχι. Στη σύγχρονη διεθνή και ευρωπαϊκή βιβλιογραφία, ο όρος περιγράφει ευρέως τη δολοφονία γυναίκας ή κοριτσιού λόγω φύλου και αναγνωρίζεται ως η ακραία μορφή έμφυλης βίας. Από τη δεκαετία του ‘90 διεθνείς οργανισμοί όπως ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) αλλά και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) επισήμως αναγνώρισαν τον όρο σε διεθνή κείμενα. Σύμφωνα με τη Διακήρυξη τηςΒιέννης, ως γυναικοκτονία ορίζεται η «Δολοφονία γυναικών, νεαρών κοριτσιών,θηλυκών εμβρύων και βρεφών για λόγους που σχετίζονται με το φύλο τους, είτε αυτήδιαπράττεται εντός της οικογένειας ή οποιασδήποτε άλλης διαπροσωπικής σχέσης, ή από οποιονδήποτε στην κοινωνία, είτε ακόμη διαπράττεταιή γίνεται ανεκτή από το κράτος ή τους αντιπροσώπους του» (United Nations Office on Drugs and Crime, 2012).
Ως εκ τούτου, ο ΟΗΕ υπάγει τη γυναικοκτονία σταεγκλήματα μίσους και έτσι τα κράτη καλούνται να θεσπίσουν ένα νομικό πλαίσιο, το οποίο απαντά σε ζητήματα πρόληψης, προστασίας και ποινικής καταστολής. Φυσικά, η κάθε έννομη τάξη εστιάζει σε διαφορετικές εκφάνσειςτου φαινομένου, ανάλογα με τις ιδιαίτερες κοινωνικές και πολιτισμικές εμπειρίες της κάθε χώρας. Έτσι στη Λατινική και Κεντρική Αμερική, που αποτελούν τη μητρίδατης γυναικοκτονίας, ο όρος έχει ευρύτερη σημασία από αυτόν που υιοθετούν τα ευρωπαϊκά κράτη.
Ένα άλλο επιχείρημα που υποστηρίζεται στη νομική κοινότητα από τους υπέρμαχους της θέσπισης της γυναικοκτονίας ως ιδιώνυμο έγκλημα (διακριτό έγκλημα στον Ποινικό Κώδικα) είναι οι διαφορές που παρουσιάζει από την απλή ανθρωποκτονία .Στην κοινή ανθρωποκτονία, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος θεμελιώνεται στην προσβολή του εννόμου αγαθού της ζωής, το οποίο προστατεύεται καθολικά και ανεξαιρέτως ως θεμελιώδης προϋπόθεση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ποινική απαξία εστιάζει, επομένως, στην αφαίρεση της ζωής ενός άλλου ανθρώπου, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θύματος. Στη γυναικοκτονία, όμως, χωρίς να παύει να πλήττεται πρωτίστως το αγαθό της ζωής, αναδεικνύεται ταυτόχρονα και μία πρόσθετη διάσταση προστασίας: το δικαίωμα της γυναίκας να ζει ελεύθερη από έμφυλεςδιακρίσεις, στερεότυπα και βία που απορρέει ακριβώς από το φύλο της. Υπό αυτή την έννοια, η γυναικοκτονία δεν εξαντλείται στην απλή θανάτωση ενός προσώπου, αλλάαποτυπώνει την ακραία προσβολή δύο αλληλένδετων εννόμων αγαθών: αφενός της ζωής και αφετέρου της ισότιμης απόλαυσης της ζωής χωρίς έμφυλη υποτίμηση, κυριαρχία ήαποκλεισμό. Γι’ αυτό και η νομική και εγκληματολογική ανάδειξή της επιδιώκει να καταστήσει ορατό ότι ορισμένες ανθρωποκτονίες γυναικών δεν είναι ουδέτερες ως προς το φύλο, αλλά εγγράφονται μέσα σε ένα πλαίσιο διαρθρωμένης ανισότητας και έμφυλης βίας.
Πολύ συχνά μηχανισμοί και πρακτικές συγκάλυψης της πραγματικής ταυτότητας του φαινομένου επενεργούν στην αναπαράσταση του ως μία “κακιά στιγμή”. Επαναπλαισιώνουμε λεκτικά το συγκεκριμένο έγκλημα ως “έγκλημα ζήλιας”, “έγκλημα ερωτικού πάθους” και το χωροθετούμε στην ιδιωτική σφαίρα, με αποτέλεσμα να συσκοτίζονται τα συστημικά, πολιτικά και κοινωνικά του αίτια. Επίσης, ταχαρακτηριστικά του γυναικοκτόνου ψυχοπαθολογικοποιούνται, καθώς ο ίδιος περιγράφεται ως ένα “ανθρωπόμορφο τέρας”, ένα ανθρωπόμορφο κτήνος, σαν ένας apriori παράφρων, που πράττει ωθούμενος από τα “ζωώδη ένστικτά του”.Αναμεταφράζεται έτσι σε μία κοινωνική ετερότητα, με στόχο να υπαχθεί στην κατηγορία ατόμων μειωμένης αντίληψης και επομένως μειωμένου ποινικού καταλογισμού(Μαροπούλου, 2020).
Το ζήτημα του μειωμένου ποινικού καταλογισμού και δε του βρασμού ψυχικής ορμής είναι ιδιαίτερα ακανθώδες : Ο βρασμός ψυχικής ορμής είναι μια περίσταση η οποία εξασφαλίζει την ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη διότι καταφάσκεται ότι τελείται σε μια κατάσταση ψυχικής υπερδιέγερσης η οποία έχει προκληθεί από αιφνίδια και έντονη υπερένταση πάθους που αποκλείει τη σκέψη του(Walklate, 2007: 97). Πώς όμως στο έγκλημα της γυναικοκτονίας κάνουμελόγο για αιφνίδια κατάσταση όταν το έγκλημα αποτελεί τραγική κατάληξη χρόνιαςυποτιμητικής, κακοποιητικής και καταπιεστικής συμπεριφοράς;
Ένας άλλος λόγος που οδηγεί στην πρόταση της εν λόγω θεσμοθέτησης μπορεί να εξηγηθεί με μία παρομοίωση . Ας ανατρέξουμε στο όχι και τόσο μακρινό 2019 όταν οι γιατροί στα νοσοκομεία βρέθηκαν αντιμέτωποι με συμπτώματα μίας πρωτοφανούς τότε ασθένειας , την οποία δεν γνώριζαν . Ας αναλογιστούμε πως θα αντιμετωπίζαμεσυλλογικά την υγειονομική κρίση και θα συντονίζαμε όλους τους κατάλληλους φορείς αν ήταν η ασθένεια χ και όχι ο covid-19. Η ασθένεια της εποχής μας όπως εύστοχα χαρακτήρισε ο ΠΟΥ είναι η γυναικοκτονία, αλλά δυστυχώς στη χώρα μας η απουσία αναγνώρισης του όρου δεν μας επιτρέπει να την αντιμετωπίσουμε αφού δεν υφίσταται καν ένας εθνικός φορέας καταγραφής περιστατικών γυναικοκτονίας. Ως εκ τούτου, ησχετική δημόσια συζήτηση αντλεί συχνά στοιχεία από μη κρατικές πρωτοβουλίες, οιοποίες, αναδεικνύουν μεν το φαινόμενο, στερούνται δε του χαρακτήρα επίσημης θεσμικής στατιστικής πηγής. Στοιχεία από τη ΓΓΔΣΠ, παρουσιάζουν μία θεαματική αύξηση των γυναικοκτονιών το 2021 (23 γυναίκες) σε σχέση με προηγούμενα έτη.
Ο αριθμός αυτός είναι σαφώς πιο υψηλός, ενδέχεται μάλιστα ηπραγματική κλίμακα να είναι πολύ μεγαλύτερη, εάν αναλογιστούμε ότι καταγράφεται μόνο η κορυφή του παγόβουνου ενός φαινομένου με πολύ υψηλό σκοτεινό αριθμό και έλλειμμα ορατότητας. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να υπενθυμιστεί πως πρόκειται για έγκλημα με βαθιές κοινωνικές και ιστορικές ρίζες, που για πολλές δεκαετίες διελάνθανε της προσοχής και δεν καταγραφόταν ως έγκλημα έμφυλης βίας στις επίσημες στατιστικές μετρήσεις.
Το δίκαιο δεν αποτελεί ένα ουδέτερο εργαλείο ρύθμισης των κοινωνικών συγκρούσεων. Το δίκαιο αποτελεί το βασικό εργαλείο εμπέδωσης, παγιοποίησης και αναπαραγωγής των έμφυλων ανισοτήτων και των πατριαρχικών δομών, διότι πέρα από τη ρύθμιση τωνβιοτικών σχέσεων αποτελεί βασικό μέσο διαμόρφωσης των κοινωνικών αντιλήψεων. Το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αμιγώς ποινικοκεντρικά. Αντιθέτως, η ουσιαστική προστασία απαιτεί μία συνεκτική και πολυεπίπεδη νομοθετική παρέμβαση, η οποία να διατρέχει περισσότερους κλάδους του δικαίου, όπως το οικογενειακό, το κληρονομικό, τη σωφρονιστική νομοθεσία.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ανακεφαλαιωτικά, η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας και της γυναικοκτονίας δεν μπορεί να εξαντλείται σε αποσπασματικές ποινικές παρεμβάσεις ή σε νομοθετικές προσθήκες συμβολικού χαρακτήρα. Απαιτείται μια συνεκτική και πολυεπίπεδη θεσμική στρατηγική,η οποία να εκτείνεται από την πρόληψη και την έγκαιρη ανίχνευση έως την ουσιαστική προστασία, τη δικαστική ανταπόκριση και την πραγματική αποκατάσταση των θυμάτων. Η γυναικοκτονία, ως η πλέον ακραία εκδήλωση της έμφυλης βίας, καθιστά σαφές ότι τοπρόβλημα δεν είναι μόνο ποινικό, αλλά βαθιά κοινωνικό, πολιτισμικό και θεσμικό. Για τον λόγο αυτό, προϋπόθεση κάθε ουσιαστικής μεταβολής είναι η αναγνώριση της έμφυλης διάστασης της βίας, η ενίσχυση των μηχανισμών προστασίας, η επιμόρφωση των αρμόδιων φορέων και η διαμόρφωση μιας σταθερής κουλτούρας μηδενικής ανοχήςαπέναντι σε κάθε μορφή έμφυλης υποτίμησης, ελέγχου και κακοποίησης.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Μαροπούλου, Μ. (2020) ‘Γυναικοκτονία: Όρια και όροι αποδοχής ενός νέου νομικού όρου’.
- Russell, D.E.H. (1977) ‘Report on the International Tribunal on Crimes against Women’, Frontiers: A Journal of Women Studies, 2(1), pp. 1–6.
- Corradi, C., Marcuello-Servós, C., Boira, S. and Weil, S. (2016) ‘Theories of femicide and their significance for social research’, Current Sociology, 64(7), pp. 975–995.
- United Nations General Assembly (2014) Resolution A/RES/68/191. New York: United Nations.
- United Nations General Assembly (2016) Resolution A/RES/70/176. New York: United Nations.
- United Nations Office on Drugs and Crime (2012) Symposium on Femicide: A Global Issue that Demands Action!.
- Τσούνη, Α. (2020) ‘Παρατηρητήριο για τις γυναικοκτονίες: Κρισιμότητα, ανάλυση στοιχείων και προτάσεις’, in Πετράκη, Γ. (ed.) Γυναικοκτονίες: διαπιστώσεις, ερωτήματακαι ερωτηματικά. pp. 42–54.
- Ta Nea (2023) ‘Γυναίκες στο απόσπασμα: Τι δείχνουν τα νέα στοιχεία για τις γυναικοκτονίες στη χώρα μας’, Ta Nea, 25 November.
- Μαροπούλου, Μ. (2020) ‘Γυναικοκτονία: Όρια και όροι αποδοχής ενός νέου νομικού όρου’.
- Walklate, S. (2007) Imagining the Victim of Crime. Maidenhead: Open University Press.
- Council of the European Union (n.d.) Ομάδα «Ατζέντα του 2030 για τη βιώσιμη ανάπτυξη».
- European Union (2024) Directive (EU) 2024/1385 of the European Parliament and of theCouncil on combating violence against women and domestic violence. Brussels: European Union.
- World Health Organization (n.d.) Proportion of ever-partnered women and girls aged 15–49 years subjected to physical and/or sexual violence by a current or former intimate partner in their lifetime (%).
- Walker, L. (1989) Η κακοποιημένη γυναίκα. Γυναίκα και Κοινωνία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
- Council of Europe (n.d.) Violence against women and girls before, during and after COVID-19: the shadow pandemic that must be addressed.
- Λίβος, Ν. (2008) ‘Σκέψεις για την ποινική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας’, inΜηλιώνη, Φ. (ed.) Ενδοοικογενειακή βία: προοπτικές μετά το Ν. 3500/2006. Πρακτικά επιμορφωτικής ημερίδας, 28/06/2007. Αθήνα: Σάκκουλα, p. 177.
- Adams, A.E., Sullivan, C.M., Bybee, D. and Greeson, M.R. (2012) ‘Understanding economic abuse in the lives of survivors’, Journal of Interpersonal Violence, 27, pp. 411–430.
- Postmus, J.L., Plummer, S.-B. and Stylianou, A.M. (2016) ‘Measuring economic abuse in the lives of survivors: Revising the Scale of Economic Abuse’, Violence Against Women,22, pp. 692– 703.
- European Union Agency for Fundamental Rights (2024) Μία στις τρεις γυναίκες στην ΕΕ έχει υποστεί βία.


1 Comment
Dalton4308
https://shorturl.fm/NyDjK